Μενού

Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2017

Οι Μάγισσες του Σάλεμ!

     

                                Καταρχήν να εξηγήσουμε τι εννοούμε με τον όρο μαγεία στην σύγχρονη αλλά και την τότε εποχή. Λοιπόν, με τον όρο «μαγεία» απεικονίζουμε διάφορες μορφές υπερφυσικών ή μαγικών δυνάμεων που χρησιμοποιείται για να προκαλέσει κάποιο κακό. Πολύ απλά ως μάγος ή μάγισσα ορίζεται ένας άντρας ή γυναίκα που εφαρμόζει αυτές τις πρακτικές μαγείας. Παρόλο που συνήθως μάγοι και μάγισσες θεωρούνται μυθολογικά πλάσματα, στην πραγματικότητα πάρα πολλοί άνθρωποι στο παρελθόν έχουν κατηγορηθεί για μαγεία. Ο όρος «μάγος»  και «μάγισσα» χρησιμοποιήθηκε  για να κατηγορηθούν άτομα που θεωρούνταν ότι βλάπτουν την κοινωνία χρησιμοποιώντας «τα μαγικά τους». Έτσι, ξεκίνησε σιγά- σιγά το κυνήγι μαγισσών!!..

                               200 χρόνια μετά την έναρξη του κυνηγιού στην Ευρώπη, οι ίδιες ιδέες μεταφέρθηκαν και στην αποικιοκρατική Αμερική. Έτσι, Τον κρύο χειμώνα του 1692, στο Σάλεμ της Μασαχουσέτης, δύο κορίτσια, η κόρη του αιδεσιμότατου Σάμιουελ Πάρις, Μπέτι, και η κηδεμονευομένη του, Άμπιγκειλ Ουίλιαμς, άρχισαν να παρουσιάζουν μια περίεργη συμπεριφορά. Μιλούσαν παράξενα, φώναζαν χωρίς κάποιο λόγο,βλαστημούσαν, κρύβονταν κάτω από πράγματα, έκαναν μυστήριες επικλήσεις και σέρνονταν στο πάτωμα.
                               Κανείς γιατρός δεν μπορούσε να εξηγήσει κανένα από τα συμπτώματα μέχρι που ένας εξ αυτών, o Γουίλιαμ Γκριγκς, απεφάνθη ότι τα κορίτσια ήταν δαιμονισμένα. Έτσι ο αιδεσιμότατος Σάμιουελ Πάρις, ο πατέρας της Μπέτι, ζήτησε βοήθεια και από γειτονικές πόλεις εκτός από το Σάλεμ, ενώ και οι υπόλοιποι κάτοικοι της πόλης άρχισαν να πιέζουν τα κορίτσια να κατονομάσουν τους ανθρώπους που καταπιάνονταν με "έργα του Διαβόλου" και τα έκαναν έτσι.
                              Οι τρεις πρώτες γυναίκες που τους απαγγέλθηκε η κατηγορία της μαγείας ήταν η Σάρα Γκουντ, η Σάρα Όσμπορν και η Τιτούμπα. Η Σάρα Γκουντ ήταν μία ζητιάνα, κόρη ενός Γάλλου ξενοδόχου, που αυτοκτόνησε όταν η ίδια ήταν έφηβη ακόμα. Η Σάρα Όσμπορν ήταν μία κατάκοιτη ηλικιωμένη γυναίκα, που άρπαξε την περιουσία του πρώτου συζύγου της από τα παιδιά του και την έδωσε στον δεύτερο σύζυγό της αλλά και για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν εκκλησιαζόταν και είχε νομικές αντιμαχίες με την οικογένεια Πάτναμ  και, τέλος η Τιτούμπα που ήταν η ινδιάνα σκλάβα του αιδεσιμότατου Σάμιουελ Πάρις.

                          Οι τρεις αυτές γυναίκες κατηγορήθηκαν για μαγεία και την 1η Μαρτίου οδηγήθηκαν στη φυλακή. Από εκείνη τη στιγμή, όποιος καταγγέλλεται από τα κορίτσια συλλαμβάνεται και περνά από δίκη με μηδαμινές πιθανότητες επιβίωσης λόγω των συνθηκών στις φυλακές, ενώ και άλλα μέλη της κοινωνίας κατηγορούν συμπολίτες τους για επιθέσεις. Μέχρι τον Ιούνιο, πάνω από 100 άτομα έχουν καταγγελθεί. Οι δίκες επεκτείνονταν και σε γειτονικές πόλεις, πέραν των αρχικών Σάλεμ Βίλατζ και Σάλεμ Τάουν. Καθώς όμως οι φυλακές του Σάλεμ, της Βοστόνης και των γύρω περιοχών γέμιζαν, προέκυψε ένα νέο πρόβλημα. Όλοι οι κρατούμενοι δεν ήταν δυνατόν να δικαστούν. Ήταν λοιπόν ευκαιρία να αρχίσουν να εφαρμόζονται ποινές.
                       Τη λύση έδωσε στα τέλη Μαΐου ο βασιλικός κυβερνήτης της Μασαχουσέτης, σερ Ουίλιαμ Φιπς, αποφασίζοντας τη συγκρότηση ενός ειδικού δικαστηρίου για την περίπτωση. Έτσι, τον Ιούνιο του 1692, στο Σάλεμ στήθηκε δικαστήριο με επικεφαλής τον δικαστή Στάουτον ο οποίος περιγράφεται ως χωρίς οίκτο και με δίψα για την εξουσία. Η πρώτη που δικάστηκε και καταδικάστηκε ήταν η Μπρίτζετ Μπίσοπ, η οποία εκτελέστηκε στις 10 Ιουνίου. Ακολούθησε η δίκη της Ρεμπέκα Νέρς και 40 άλλων γυναικών, ανάμεσα στις οποίες και η Σάρα Γκουντ ενώ η Σάρα Όσμπορν είχε ήδη πεθάνει πριν την τελική της δίκη. Όταν όμως ξαναπέρασαν από δίκη, το δικαστήριο δίστασε να καταδικάσει τη Ρεμπέκα Νερς, καθώς επρόκειτο για μια ευυπόληπτη κάτοικο του Σάλεμ, η οποία δεν είχε δώσει καθόλου δικαιώματα για αμφισβήτηση. Επενέβη ο δικαστής Στάουτον, ο οποίος ζήτησε επανεξέταση της υπόθεσης και τελικά την οδήγησε στην εκτέλεσή της στις 19 Ιουλίου.
                       Με συνοπτικές διαδικασίες, όλοι οι κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι και καταδικάστηκαν σε θάνατο. Μόνο όσοι παραδέχτηκαν την ενοχή τους και κατέδωσαν άλλους, γλίτωσαν την εκτέλεση.                         Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού απαγχονίστηκαν συνολικά 19 άτομα, μεταξύ των οποίων ένας σεβαστός υπουργός κι ένας πρώην αστυνομικός που αρνήθηκε να συνεχίσει τις συλλήψεις υποτιθέμενων μαγισσών. Από αυτούς, μόνον οι έξι ήταν άνδρες.
                 Κάποια στιγμή, η κοινότητα άρχισε να αμφιβάλει για την εγκυρότητα και την αλήθεια των λεγομένων των κοριτσιών, καθώς σε κάποιο σημείο έφτασαν να καταγγείλουν και κάποιους δικαστές, κάτι που επέφερε μεγάλη αμφισβήτηση και αμφιβολίες, καθώς κυριαρχούσε η πεποίθηση ότι οι δικαστές προστατεύονταν από τον ίδιο το θεό.
                   Οι δίκες σταμάτησαν στις 3 Οκτωβρίου του 1692, με απόφαση του κυβερνήτη της Μασαχουσέτης, μετά από έφεση ομάδας κληρικών από τη Βοστόνη. Ωστόσο, όσοι είχαν ήδη φυλακιστεί δεν αφέθηκαν ελεύθεροι πριν από την επόμενη άνοιξη.
                 Οι δίκες μαγισσών είχαν σημαντικές επιπτώσεις σ' όλη την περιοχή. Οι σοδειές αφέθηκαν στα χωράφια και τα ζώα χωρίς φροντίδα και όσοι φοβούνταν μήπως συλληφθούν εγκατέλειψαν την περιοχή με τα υπάρχοντά τους και κατέφυγαν στη Νέα Υόρκη.
                 Και κάπως έτσι χαραχτηρίστηκε μια ολόκληρη περιοχή και εποχή στην Αμερική που όμως σήμερα έχει γίνει πόλος έλξης τουριστών.