Μενού

Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2017

Όταν οι Έλληνες μετανάστευαν στοιβαγμένοι στο κατάστρωμα για την Αμερική και θαλασσοπνίγονταν στον Αντλαντικό

Μετά και τα πρόσφατα τραγικά ναυάγια με θύματα μετανάστες στα Ελληνικά, Ιταλικά παράλια και στο Λιβυκό πέλαγος ίσως και να είναι επίκαιρο να υπενθυμίσουμε σε φίλες και φίλους το αιώνιο θέμα των επιβατών και των μεταναστών πατεράδων και παππούδων μας


που ταξιδεύοντας αρχικά με καραβιά καρυδότσουφλα ή υπερωκεάνια άλλοτε έφταναν στη Γη της Επαγγελίας που ονειρεύονταν και τους είχαν φαντασιώσει οι ταξιδιωτικοί πράκτορες και οι αντιπρόσωποι τους στις πόλεις και χωριά και άλλοτε τα κορμιά τους τα κατάπινε η φουρτουνιασμένη θάλασσα.
Για τους κατοίκους της Πάτρας, των Καλαβρύτων, του Αγρινίου, της Κορίνθου και των νησιών του Ιονίου, η ιστορία της εξ ανάγκης μετανάστευσης πάει πάρα πολύ πίσω στο χρόνο.
Η έξαρση της εξωτερικής μετανάστευσης που σημειώνεται στις αρχές του αιώνα αρχίζει ουσιαστικά µετά το 1890. Χαρακτηριστικό της περιόδου από τότε µέχρι τον Β’ παγκόσμιο πόλεµο, είναι πως το μεταναστευτικό ρεύµα κατευθύνεται σχεδόν όλο προς τις Η.Π.Α., αντίθετα µε τη μεταπολεμική περίοδο που ο προσανατολισµός αλλάζει κυρίως προς Αυστραλία και Δυτική Ευρώπη.

Πιστεύεις στη μητέρα;


Αποτέλεσμα εικόνας για Útmutató a Léleknek. φωτο


Στη μήτρα μιας μητέρας βρίσκονται δύο μωρά. Το ένα ρωτά το άλλο: «Πιστεύεις στη ζωή μετά τον τοκετό;» κι εκείνο απάντησε,
«Γιατί ρωτάς; Φυσικά. Κάτι θα υπάρχει μετά τον τοκετό. Μπορεί να είμαστε εδώ για να προετοιμαστούμε, για αυτό τι θα ακολουθήσει αργότερα.»
«Ανοησίες», είπε το πρώτο. «Δεν υπάρχει ζωή μετά τον τοκετό. Τι είδους ζωή θα ήταν αυτή»;
Το δεύτερο είπε, «Δεν ξέρω, αλλά θα υπάρχει περισσότερο φως από ό, τι εδώ. Ίσως να περπατάμε με τα πόδια μας και να τρώμε με το στόμα. Ίσως να έχουμε περισσότερες αισθήσεις που δεν μπορούμε καν να φανταστούμε τώρα».

Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2017

Το τραγούδι είχε την δική του ιστορία - Τραγούδια των Βαλκανίων

Bella ciao

Στις 10 Ιουλίου του 1943, ξεκίνησε η απόβαση των Συμμάχων στη Σικελία. Μια κακοοργανωμένη επιχείρηση ενάντια σε υπέρτερες δυνάμεις, που ωστόσο αιφνιδίασε τον Άξονα και πέτυχε τους στόχους της: η απόβαση ολοκληρώθηκε παρά τις αντιξοότητες και η προέλαση των Συμμάχων προς Βορρά αποσταθεροποίησε το καθεστώς Μουσολίνι κι έφερε την ανατροπή του από τον Μπαντόλιο και τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας, στις 3 Σεπτεμβρίου.


Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2017

13 Συμβουλές ευτυχίας από τον Βενιαμίν Φραγκλίνο

Αποτέλεσμα εικόνας για βενιαμιν φραγκλινος φωτο

Ο Βενιαμίν Φραγκλίνος έκτος από πατέρα του αμερικανικού έθνους αποτελεί σίγουρα κύρια έκφραση του αμερικανικού Διαφωτισμού. Αν και είχε πάει μόλις δυο χρόνια σχολείο κατάφερε να πραγματοποιήσει όσα ούτε ίδιος πίστευε και να θεωρείται ακόμα και σήμερα ένας από τους πιο σοφούς ανθρώπους στην παγκόσμια ιστορία. Η σοφία του μακριά από πανεπιστημιακές γνώσεις, όπως ο ίδιος έχει πει οφείλεται στην πρακτική εφαρμογή ενός συνόλου αρχών, οι οποίες και του χάρισαν εκτός από ευτυχία εν ζωή και δόξα μετά θάνατον.

Η διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου

Η ανθρώπινη δουλεία είναι τόσο αρχαία, όσο και η οργανωμένη ανθρώπινη κοινωνία. Ξεκίνησε σχεδόν ταυτόχρονα με την ανάπτυξη της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής και εξελίχθηκε σε θεσμό που προσπάθησαν να δικαιολογήσουν ακόμα και φωτισμένοι σκεπτόμενοι άνθρωποι όπως ο Αριστοτέλης κι ο Πλάτων.
Από κράτος σε κράτος, μόνο η μορφή της δουλείας και η αντιμετώπιση των δούλων διέφερε. Στην αρχαία Κίνα και στη Σπάρτη, οι δούλοι ανήκαν στο κράτος. Στην αρχαία Ρώμη και στις άλλες ελληνικές πόλεις, ανήκαν σε ιδιώτες. Στη Σπάρτη, η αντιμετώπισή τους ήταν παραπάνω από σκληρή κι έφτανε ως τη δολοφονία εκείνων από τους είλωτες, που τύχαινε να διακριθούν. Ο Πλούταρχος έγραψε πως η Σπάρτη ήταν η καλύτερη πόλη για τους ελεύθερους κι η χειρότερη για τους δούλους. Για τους Ρωμαίους, ο δούλος ήταν πράγμα (res). Για τους Αθηναίους, ένα μέλος της οικογένειας που μπορούσαν να το κάνουν ό,τι θέλουν, πάντα ως ένα σημείο (ο δούλος είχε δικαίωμα να διαμαρτυρηθεί για σκληρή συμπεριφορά του ιδιοκτήτη του και καμιά φορά δικαιωνόταν). Το δουλεμπόριο ξεκίνησε κάπως αργότερα. Στην αρχαία Ελλάδα, κατά την παράδοση, πρώτοι δουλέμποροι ήταν οι Χιώτες.

Έφηβη λογοτέχνης θέλει να αλλάξει τον κόσμο

«Γράφω διηγήματα γιατί είναι ένας τρόπος να ταξιδεύω» λέει στο TheTOC η 16χρονη μαθήτρια Λυκείου, ενώ μοιράζεται μαζί μας το όραμά της να αλλάξει τον κόσμο αλλά και να μείνει για πάντα παιδί

της Ελίνας Μαμμή (30 Μαρτίου 2014)

Στα 14 της ξεκίνησε να γράφει το πρώτο της μυθιστόρημα με τίτλο «Ουράνιο Τόξο», για το οποίο κέρδισε την 5η θέση σε Πανελλήνιο Διαγωνισμό Λογοτεχνίας. Σήμερα, στα 16 της χρόνια, έχει ήδη ολοκληρώσει το δεύτερο. Η Κατερίνα Μπίνα, μαθήτρια Δευτέρας Λυκείου στο 2ο Λύκειο Αμαρουσίου, είναι ένα δυναμικό κορίτσι που πιστεύει στη φιλία και τον έρωτα, σιχαίνεται τα ψεύτικα χαμόγελα που κρύβονται πίσω από «καμουφλαρισμένους ανθρώπους», ενώ οραματίζεται έναν κόσμο όπου η αγάπη δεν τελειώνει ποτέ και οι «κακοί» του παραμυθιού στο τέλος χάνουν.

Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2017

Το τραγικό στοιχείο στον έρωτα - π. Φιλόθεος Φάρος


 Το δράμα που οι κλασσικοί συγγραφείς έχουν δημιουργήσει και που μιλάει στην ψυχή του ανθρώπου από τη μια εποχή στην άλλη, περιγράφει πως ο έρως μπορεί να αρπάξει τους ανθρώπους και να τους εκσφενδονίσει από ύψη σε βάθη. Περιγράφει δηλαδή το στοιχείο της ανθρώπινης ζωής που αποκαλούμε τραγικό.
   Ο σύγχρονος άνθρωπος τείνει να θεωρεί την τραγωδία της ανθρώπινης ζωής μια κατάσταση αρνητική, που η επιστημονική εποχή μας έχει υπερβεί, ή που πρέπει να υπερβεί όσο γίνεται συντομότερα. Αλλά το να θεωρεί κανείς το τραγικό στοιχείο σαν κάτι απλά αρνητικό αποτελεί τραγική παρεξήγηση. Γιατί το τραγικό στοιχείο όχι μόνο δεν είναι κάτι αρνητικό, αλλά βαθαίνει και εξευγενίζει την ερωτική εμπειρία. Η κατάλληλη εκτίμηση του τραγικού στοιχείου, όχι μόνο μας βοηθάει να αποφύγουμε κάποιες ανόητες υπεραπλουστεύσεις στη ζωή, αλλά μπορεί να μας προστατεύει και από τον κίνδυνο της αγοραιοποιήσεως του έρωτα.
  

Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2017

Δεν είμαστε απροσάρμοστοι...


Ήταν που από μικρός έψαχνες να σε χαρακτηρίσεις για να τους δώσεις εξήγηση για την ακαταστασία του μυαλού σου. Και μεγάλωνες –αφού όλοι μεγαλώνουν– για να ‘ρθει εκείνη η μέρα που βρήκες τη μοναδική λέξη που ταίριαζε στην κεφάλα, στο μυαλό και στον εγκέφαλο.
«Ασυμβίβαστος».

Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2017

Άνοιξε τα μάτια

Άνοιξε τα μάτια


Άνοιξε τα μάτια

«Υπάρχει άραγε εξουσία, είπε ο πρώτος τυφλός; Δε φαντάζομαι, αλλά και να υπάρχει, θα είναι μια εξουσία τυφλών που θέλουν να κυβερνούν τυφλούς, σαν να λέμε το τίποτα θέλει να οργανώσει το τίποτα.» Αν έχετε διαβάσει José Saramago, σίγουρα θα έφτασε στα χέρια σας το βιβλίο του «Περί τυφλότητος». Για κάποιους θεωρήθηκε ένα βιβλίο φιλοσοφίας, για άλλους πάλι, μια ιστορία επιστημονικής φαντασίας ή ακόμα και μια πολιτική αλληγορία για τη σταδιακή τύφλωση της κοινωνίας.
Μια χώρα που πέφτει σιγά-σιγά στο σκοτάδι. Ένας-ένας οι κάτοικοι χάνουν την όρασή τους και τα διάφορα κρούσματα της «λευκής τυφλότητος» πολλαπλασιάζονται. Οι συνθήκες διαβίωσης αλλάζουν. Λειτουργούν τα ένστικτα και η αρχέγονη ανάγκη της επιβίωσης, ενώ οι έννομες συνθήκες παγώνουν.
Όταν διάβασα το συγκεκριμένο βιβλίο, εκτός του ότι επιβεβαίωσα πως ο συγγραφέας του, ήταν ένας έξοχος κοινωνικός παρατηρητής, σκεφτόμουν πως επί της ουσίας είμαστε κι εμείς μια κοινωνία υπό τύφλωση. Δυστυχώς όμως, η παγίδα είναι πως δεν έχουμε αντιληφθεί ότι τυφλωνόμαστε. Οι παράγοντες που μας ωθούν και μας μετατρέπουν σιγά-σιγά σε «τυφλούς» είναι οι κρίκοι μιας μεγάλης αλυσίδας.

10 μαθήματα ζωής που μπορούμε να μάθουμε από την μητέρα Τερέζα

Αποτέλεσμα εικόνας για εικόνες μητερα τερεζα

Η μητέρα Τερέζα μπορεί να έχει φύγει από την ζωή εδώ και χρόνια, αλλά η απίστευτη αγάπη της και σοφία ακόμα ζούνε στις μέρες μας. Μοιράστηκε πολλά μαθήματα ζωής κατά τη διάρκεια της ζωής της στην Γη, πολλά από τα οποία επικεντρώθηκαν στην αγάπη, στη συμπόνια, στη βοήθεια των άλλων και στη διατήρηση της ταπεινότητας. Αποτέλεσε ένα πανέμορφο παράδειγμα για μας για να το ακολουθήσουμε-απλά να αγαπάμε και να δίνουμε βοήθεια στους άλλους χωρίς να ζητάμε κάτι πίσω ως αντάλλαγμα. Σας καλούμε να διαβάσετε μερικές από τις πιο διάσημες ρήσεις της και ας ελπίσουμε ότι θα σας εμπνεύσουν να αγαπήσετε περισσότερο, να δώσετε περισσότερο και να βοηθήσετε περισσότερο.

Τζιμ Μόρισον – Να εκθέσεις τον εαυτό σου στον βαθύτερο φόβο σου

Αποτέλεσμα εικόνας για jim morrison photo

8 Δεκεμβρίου 1943, γεννήθηκε Τζιμ Μόρισον (James “Jim” Douglas Morrison). Το 1970 έδωσε μια εκ βαθέων συνέντευξη στη Lizzie James. Αναδημοσιεύτηκε συμπληρωμένη το 1981 σε ειδικό αφιέρωμα του Creem Magazine για τα δέκα χρόνια από τον θάνατό του.


Lizzie James: Νομίζω ότι οι οπαδοί των Doors σε βλέπουν ως σωτήρα, σαν ένα ηγέτη που θα τους ελευθερώσει. Πως νιώθεις γι αυτό; Είναι ένα βαρύ φορτίο. Έτσι δεν είναι;
Jim Morrison: Είναι παράλογο.Πως μπορώ εγώ να ελευθερώσω κάποιον που δεν έχει τα κότσια να σηκωθεί από μόνος του και να κηρύξει την ίδια του την ελευθερία; Νομίζω ότι είναι ψέμα. Οι άνθρωποι θέλουν να είναι ελεύθεροι , όλοι επιμένουν ότι η ελευθερία είναι αυτό που θέλουν περισσότερο, το πολυτιμότερο που ένας άνθρωπος μπορεί να έχει. Άλλα αυτά είναι μαλακίες! Οι άνθρωποι φοβούνται να ελευθερωθούν και έτσι κρατιούνται από τις αλυσίδες τους. Πολεμάνε όποιον πάει να κόψει αυτές τις αλυσίδες. Είναι η ασφάλειά τους. Πως περιμένουν λοιπόν από μένα να τους ελευθερώσω αφού οι ίδιοι δεν το θέλουν για τον εαυτό τους πραγματικά;

Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2017

ΣΧΟΛΙΟ ΣΤΟ ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ

Αποτέλεσμα εικόνας για οι πιο ωραιες φωτο για τον ερωτα


Ἀδελφιδός μου παρῆλθε·
ψυχή μου ἐξῆλθεν ἐν λόγῳ αὐτοῦ.
ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ τὸν ἔρωτα μόνο στὴν ἀπόσταση τῆς ἀποτυχίας. Πρὶν τὴν ἀποτυχία δὲν ὑπάρχει γνώση· ἡ γνώση ἔρχεται πάντα μετὰ τὴ βρώση τοῦ καρποῦ. Σὲ κάθε ἔρωτα ξαναζεῖ ἡ ἐμπειρία τῆς γεύσης τοῦ παραδείσου καὶ τῆς ἀπώλειας τοῦ παραδείσου. Σπουδάζουμε τὸν ἔρωτα μόνον ἐξόριστοι ἀπὸ τὴν πληρότητα τῆς ζωῆς ποὺ αὐτὸς χαρίζει.
Στὴν ἐμπειρία τοῦ ἔρωτα εἴμαστε ὅλοι πρωτόπλαστοι.

Αναρωτηθήκατε άραγε ποτέ τι ακριβώς ερωτευόμαστε σ’ έναν άλλο άνθρωπο;


Αναρωτηθήκατε άραγε ποτέ τι ακριβώς ερωτευόμαστε σ’ έναν άλλο άνθρωπο; Σας έχει απασχολήσει αυτό το αίνιγμα; Τι είναι εκείνο πάνω του που συνεγείρει τις στρατιές των εφησυχασμένων μας αισθήσεων και μας ρίχνει άοπλους σε μια μάχη εκ των προτέρων χαμένη; Σε ποιο σημείο βρίσκεται η δύναμη του άλλου, εκείνη η δύναμη που μας ωθεί ολόγυμνους στο ναρκοπέδιο μιας άγνωστης ως χθες αγκαλιάς; Εμπρός, λοιπόν, στραφείτε με προσοχή στο παρελθόν σας και προσπαθήστε να θυμηθείτε - αν βέβαια έχετε μια τέτοια άξια ανάμνηση: τι σχήμα είχε το στιλέτο που σας πλήγωσε κάποτε θανάσιμα;
Ήταν υγρό σαν ένα βλέμμα θαλασσί, στέρεο σαν περπάτημα ή αέρινο, όπως το σχήμα των χεριών που κλείνουν σ’ ένα χάδι βαθύ ως μέσα στις ρίζες;

Ματαιοπονείτε. Ποτέ σας δεν θα βρείτε μιαν απάντηση. Όποιος προσπάθησε να εξηγήσει τον έρωτα δεν υπήρξε ποτέ του ερωτευμένος.

Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2017

Ένας πολύ γέρος κύριος με κάτι τεράστια φτερά - Gabriel García Márquez

Το διήγημα για παιδιά που ακολουθεί, με τίτλο "Ένας πολύ γέρος κύριος με κάτι τεράστια φτερά" 1968, του Gabriel Garcia Marquez, έγινε πηγή έμπνευσης του βίντεο κλιπ του Tarsem Singh για το "Losing My Religion" των R.E.M., από το άλμπουμ Out of Time (1991), αλλά και για το τραγούδι "Καθρέφτης" του Αλκίνοου Ιωαννίδη.

George Carlin






Ο Τζορτζ Ντένις Πάτρικ Κάρλιν (αγγλικάGeorge Carlin, 12 Μαΐου 1937 - 22 Ιουνίου 2008) ήταν stand up κωμικός, ηθοποιός, συγγραφέας, ο οποίος ασκούσε κοινωνική κριτική. Είναι ιδιαίτερα γνωστός για το μπλακ χιούμορ του και τις σκέψεις του σε πολιτικά, ψυχολογικά, θρησκευτικά και σε ταμπού ζητήματα, καθώς επίσης και στην αγγλική γλώσσα. Το κωμικό του φιλμ Seven dirty words (1978) είχε απασχολήσει τη δικαιοσύνη περί άσεμνου περιεχομένου.
Ο Κάρλιν θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους stand up κωμικούς, ενώ είναι ευρέως γνωστή και η επιρροή που άσκησε σε κατοπινούς κωμικούς. Μία εφημερίδα είχε αποκαλέσει τον Κάρλιν «Ο πρύτανης της κωμικής αντικουλτούρας».

ZERO - Μηδέν

Σε έναν κόσμο που οι άνθρωποι κρίνονται από τον αριθμό τους, το Μηδέν αντιμετωπίζει συνεχώς τις προκαταλήψεις και την απόρριψη.
Περπατά ένα μοναχικό μονοπάτι, μέχρι που μια τυχαία συνάντηση θα του αλλάζει τη ζωή για πάντα. 

πηγή:killbill742

Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2017

Ο ''σκοτεινός'' Εφέσιος φιλόσοφος Ηράκλειτος



ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΥ  ΤΑ ΣΩΖΟΜΕΝΑ  ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ
  
Ό Λόγος και το Έν
 1. 
ἐὰν μὴ ἔλπηται ἀνέλπιστον οὐκ ἐξευρήσει, ἀνεξερεύνητον ἐὸν καὶ ἄπορον.
Αν δεν ελπίζεις, δε θα βρείς το ανέλπιστο, που είναι ανεξερεύνητο και απλησίαστο.

2. 
ὁ ἄναξ, οὗ τὸ μαντεῖόν ἐστι τὸ ἐν Δελφοῖς, οὔτε λέγει οὔτε κρύπτει ἀλλὰ σημαίνει.
Ο άρχοντας, που δικό του είναι το μαντείο στους Δελφούς, ούτε λέει ούτε κρύβει, αλλά μονάχα σημαίνει.

3. 
Σίβυλλα δὲ μαινομένῳ στόματι καθ' Ἡράκλειτον ἀγέλαστα καὶ ἀκαλλώπιστα καὶ ἀμύριστα φθεγγομένη χιλίων ἐτῶν ἐξικνεῖται τῇ φωνῇ διὰ τὸν θεόν.
Η Σίβυλλα, που με στόμα μαινόμενο εκστομίζει λόγια αγέλαστα, αφτιασίδωτα και αμύριστα, διασχίζει με τη φωνή της χιλιάδες χρόνια με τη βοήθεια του θεού.

4. 
ἀνὴρ νήπιος ἤκουσε πρὸς δαίμονος ὅκωσπερ παῖς πρὸς ἀνδρός.
Ο άνθρωπος νήπιο αποκαλείται απ' τη θεότητα, όπως ακριβώς το παιδί από τον άντρα.

5. 
ἦθος γὰρ ἀνθρώπειον μὲν οὐκ ἔχει γνώμας, θεῖον δὲ ἔχει.
Το ανθρώπινο ον δεν κατέχει την αληθινή γνώση, αλλά το θείο την κατέχει.

Πόσο ελεύθεροι είμαστε;ΤΟ ΣΠΗΛΑΙΟ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΑ (κείμενο και ανάλυση)

ΠΛΑΤΩΝ, ΠΟΛΙΤΕΙΑ, ΕΒΔΟΜΟ ΒΙΒΛΙΟ
Μετά από αυτά όμως, είπα, φαντάσου την ανθρώπινη φύση ως προς την παιδεία και την απαιδευσία, σαν μια εικόνα που παριστάνει μια τέτοια κατάσταση. Δες λοιπόν με τη φαντασία σου ανθρώπους που κατοικούν μέσα σε μια σπηλιά κάτω από τη γη, που να έχει την είσοδό της ψηλά στην οροφή, προς το φως, σε όλο το μήκος της σπηλιάς μέσα της να είναι άνθρωποι αλυσοδεμένοι από την παιδική ηλικία στα πόδια και στον αυχένα, έτσι ώστε να είναι καρφωμένοι στο ίδιο σημείο και να μπορούν να βλέπουν μόνο μπροστά τους και να μην είναι σε θέση, εξαιτίας των δεσμών, να στρέφουν τα κεφάλια τους ολόγυρα. Κι οι ανταύγειες της φωτιάς που καίει πίσω τους να είναι πάνω και μακριά από αυτούς. Και ανάμεσα στη φωτιά και στους δεσμώτες, προς τα πάνω, να υπάρχει ένας δρόμος που στο πλάι του να είναι χτισμένο ένα τοιχάκι, όπως τα παραπετάσματα που τοποθετούν οι θαυματοποιοί μπροστά από τους ανθρώπους, και πάνω απ’ αυτά τους επιδεικνύουν τα ταχυδακτυλουργικά τους.


Τι θέλουν Πραγματικά, όλες οι γυναίκες;


Κάποτε ήταν ένας νεαρός βασιλιάς. Του άρεσε πολύ το κυνήγι. Μια μέρα με τους φίλους του έτσι όπως κυνηγούσαν το θήραμά τους, μπήκαν στο έδαφος του γειτονικού βασιλείου. Οι φρουροί τους συνέλαβαν και τους έφεραν αιχμαλώτους στο δικό τους βασιλιά. Ο Νόμος έλεγε πως όποιος κυνηγούσε σε ξένη περιοχή και συλλαμβάνονταν, θα αποκεφαλιζόταν.

Ο Βασιλιάς της γειτονικής χώρας, αφού σκέφτηκε αρκετά για την τύχη τους, είπε στο νεαρό βασιλιά:
- Σύμφωνα με το Νόμο μας πρέπει να σε αποκεφαλίσω. Όμως θα σου δώσω μια ευκαιρία να ζήσεις, αν μου πεις σε ένα χρόνο από σήμερα, ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΘΕΛΟΥΝ ΟΛΕΣ ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ. Αν σε ένα χρόνο δεν βρεις τη σωστή απάντηση, τότε θα χάσεις τη ζωή σου.

Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2017

Ένδειξη Ανθρωπιάς και προσφορά Αγάπης



Σε ένα δείπνο, για φιλανθρωπικό σκοπό, ενός σχολείου για παιδιά με ειδικές ανάγκες, ο πατέρας ενός αυτιστικού παιδιού διηγήθηκε την παρακάτω ιστορία, που δεν θα την ξεχάσει κανείς από όσους την άκουσαν εκείνη τη μέρα.


Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2017

Το νόημα της ζωής: Τσαρλς Μπουκόφσκι


Για αυτούς που πιστεύουν στον Θεό, οι περισσότερες από τις μεγάλες ερωτήσεις έχουν ήδη απαντηθεί.
 Για τους υπόλοιπους από εμάς όμως που δεν μπορούμε να δεχτούμε εύκολα τη συνταγή του Θεού, οι μεγάλες απαντήσεις δεν παραμένουν γραμμένες σε πέτρινες πλάκες. Προσαρμοζόμαστε σε νέες συνθήκες και ανακαλύψεις. Η αγάπη δεν χρειάζεται να είναι μια εντολή ή μια ρήση.

Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2017

Η ΚΑΒΑΛΑ ΤΟΥ ΚΑΠΝΟΥ!!

                   «Μέκκα του καπνού» και «καπνούπολη των Βαλκανίων» χαρακτηριζόταν παλιά η Καβάλα. Όλη η οικονομία της (πρωτογενής, δευτερογενής και τριτογενής τομέας, δηλαδή καλλιέργεια, επεξεργασία, εμπόριο) και σε μεγάλο βαθμό η ζωή της συνδέθηκε με τον καπνό.
                    Την ιστορική εικόνα της πόλης μπορεί κάποιος ακόμη και να τη … μυρίσει, καθώς περπατά σε λιθόστρωτους δρόμους, ανάμεσα στα εντυπωσιακά πετρόχτιστα καπνομάγαζα, που για περισσότερο από δυο αιώνες φιλοξένησαν μέσα τους άντρες και γυναίκες όλων των ηλικιών και παλαιότερα όλων των εθνοτήτων και θρησκειών, αν αναλογιστεί κάποιος πως η επεξεργασία του καπνού στην Καβάλα ξεκινάει στα 1850, όταν ακόμη η πόλη και ολόκληρη η βόρεια Ελλάδα ήταν μια τουρκοκρατούμενη περιοχή.
                     Η πρώτη ποικιλία του καπνού  καλλιεργήθηκε στην Χρυσούπολη, Γενησέα και Ξάνθη. Οι περιοχές αυτές ήταν γνωστές περιοχές για την καλύτερη ποικιλία καπνού που είχαν γνωστές ως χρυσόφυλλα. Οι άριστες εδαφολογικές συνθήκες και το ιδανικό κλίμα της περιοχής «γέννησαν» την εξαιρετική και περιζήτητη ποικιλία «μπασμάς», προσέλκυσε το ενδιαφέρον ξένων μονοπωλίων και των προμηθευτών τους
                   Η επεξεργασία του καπνού γινόταν στα σπίτια των παραγωγών , απαιτούσε πολλά άτομα και ειδικούς χώρους. Ένα χώρο ευάερο για το <<μπρούλιασμα>>, χώρους για το κρέμασμα του καπνού, χώρους για το παστάλιασμα και μέρος για το <<λόκβα>>. Η αποθήκευση έπρεπε να γίνεται πάντα σε αποθήκες χωρίς ήλιο που βρίσκονταν συνήθως στο υπόγειο.
                  Η ανάπτυξη της καπνοκαλλιέργειας, η επέκταση της στην περιοχή, η φήμη της εξαιρετικής ποιότητας των ανατολικών καπνών, η διεύρυνση των εξαγωγών καθιστούν την Καβάλα πρώτο καπνικό εξαγωγικό κέντρο. Έτσι, δημιουργείται η ανάγκη ανέγερσης πολλών καπναποθηκών (οι περισσότερες κατά μήκος του κόλπου για να μην ξεραίνεται ο καπνός) για την επεξεργασία του, καθώς και η ανοικοδόμηση πολλών κατοικιών. Οι Έλληνες κάτοικοι πνίγονται πια μέσα στα τείχη της πόλης, νιώθουν σαν πολιορκημένοι, αλυσοδεμένοι στη χερσόνησο της Παναγίας , θέλουν να βγουν έξω απ' αυτά, αφού η αναπτυσσόμενη οικονομία το επιτάσσει.
                    Το καπνεργατικό ζήτημα, που είχε δημιουργηθεί από το 1919, οξύνθηκε ακόμη περισσότερο με την ανταλλαγή των πληθυσμών, από το 1922 και μετά. Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, εισέρευσαν ομαδικά στην πόλη της Καβάλας και στο Νομό της, πολλαπλάσιοι Έλληνες από τους ανταλλαγέντες Τούρκους. Έτσι, δημιουργήθηκε θέμα επιβίωσης, δηλαδή εργασίας, στέγασης και υγειονομικής περίθαλψης. Η ανεργία διογκώθηκε, με συνέπεια να προκαλείται αναταραχή για την εξασφάλιση κι αυτού ακόμα του ψωμιού. Για την επίλυση, κατά κάποιο τρόπο, του στεγαστικού προβλήματος επιτάχθηκαν τα καπνομάγαζα. Έτσι όμως, δεν υπήρχαν και αποθηκευτικοί χώροι. Ένας φαύλος κύκλος δυσκολιών έζωνε την κυβέρνηση.
                     Η Μικρασιατική καταστροφή με την ομαδική εισροή χιλιάδων προσφύγων στην Ελλάδα, δημιούργησε ακανθώδη προβλήματα σε όλους τους τομείς της ζωής, της οικονομίας, της στέγης, της υγείας, και της ίδιας της επιβίωσης όχι μόνον των προσφύγων, αλλά και των ντόπιων. Ματωμένη η χώρα από πολέμους διαρκείας 10 ετών, έπρεπε να βρει αμέσως τρόπους που θα εξασφάλιζαν εργασία σε όλους, στέγη σε όλους, περίθαλψη σε άνδρες, γυναίκες και παιδιά.

Η ΕΥΡΩΠΗ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΤΟΝ ΜΕΣΑΙΩΝΑ;;;;;;;

                Η Ευρώπη γεννήθηκε άραγε τον Μεσαίωνα;;
                Μια ερώτηση με πολλές απαντήσεις, με πολλές αναζητήσεις, πολλές σκέψεις στο πέρασμα του χρόνου.
                Η Ευρώπη μας ακόμη οικοδομείται. Ακόμη προσπαθεί να υλοποιηθεί αλλά δεν θα το καταφέρει χωρίς να κοιτάξει καθόλου στο χθες.
                Γιατί το σήμερα έρχεται από το χθες, και το μέλλον αναδύεται από το παρελθόν.
                Δεν πρέπει να φοβόμαστε τον Μεσαίωνα ή να τον ξορκίζουμε σαν κάτι πολύ κακό γιατί

Περιφάνεια και Υπερηφάνεια

Περάσαμε τις διάφορες φάσεις αρνητικών συναισθημάτων και τώρα ως θεατές παρακολουθούμε την εικονική πραγματικότητα με συναισθήματα αποστροφής και «ήρεμης οργής»! Είναι η διπλή πραγματικότητα, η ψεύτικη και η αληθινή! Αρχίζουμε να διαλέγουμε πλευρά, οι μάσκες πέφτουν, ξεχωρίζουν τα ξερά από τα χλωρά….
Υπάρχουν δύο λέξεις, περιφάνεια (όπως επιφάνεια) και υπερηφάνεια ή υπεραφάνεια.

Άνθρωπος γεννιέσαι ή γίνεσαι;

Τον Ιανουάριο του 1800 βρέθηκε σε δάσος της Γαλλίας, σε άγρια κατάσταση ένα αγοράκι ηλικίας 10-12 ετών. Σύμφωνα με τους πρώτους υπολογισμούς που έγιναν, ο Victor, όπως ονομάστηκε, είχε εγκαταλειφθεί  ή χαθεί στο δάσος σε ηλικία περίπου 5 ετών.  Ο Victor βρέθηκε γυμνός, δεν αντιδρούσε σε κανέναν θόρυβο (με εξαίρεση κάποιους ήχους που τον ενδιέφεραν ιδιαίτερα, όπως όταν κάποιος έσπαζε τους αγαπημένους του καρπούς), δεν μιλούσε, δεν είχε καμία αίσθηση της θερμοκρασίας (έπιανε με γυμνά χέρια τις πατάτες μέσα από την φωτιά και τις έτρωγε όπως ήταν, καυτές) και αγαπούσε να τρέχει γυμνός στο χιόνι, δείχνοντας να απολαμβάνει την εμπειρία.

Μυρίσαι το Άριστον [XXVII]

Άργησα πολύ να καταλάβω τι σημαίνει ταπεινοσύνη και φταίνε αυτοί που μου μάθανε να την τοποθετώ στον άλλο πόλο της υπερηφάνειας. Πρέπει να εξημερώσεις την ιδέα της ύπαρξης μέσα σου για να την καταλάβεις.
Μια μέρα που ένιωθα να μ’ έχουν εγκαταλείψει όλα και μια μεγάλη θλίψη να πέφτει αργά στην ψυχή μου, τράβηξα, κει που περπατούσα, μες στα χωράφια χωρίς σωτηρία, ένα κλωνάρι άγνωστου θάμνου. Το ‘κοψα και το ‘φερα στο απάνω χείλι μου. Ευθύς αμέσως κατάλαβα ότι ο άνθρωπος είναι αθώος. Το διάβασα σ’ αυτή τη στυφή από αλήθεια ευωδιά τόσο έντονα που πήρα να προχωρώ το δρόμο της μ’ ελαφρύ βήμα και καρδιά ιεραπόστολου. Ώσπου, σε μεγάλο βάθος, μου έγινε συνείδηση πια ότι όλες οι θρησκείες λέγανε ψέματα.
Ναι, ο Παράδεισος δεν ήταν μια νοσταλγία. Ούτε, πολύ περισσότερο, μια ανταμοιβή. Ήταν ένα δικαίωμα.
Ο. Ελύτης, Μυρίσαι το Άριστον [XXVII] – «Ο Μικρός Ναυτίλος», Εκδ. Ίκαρος
πηγή:Το 23ο Γράμμα

Άντον Τσέχωφ - ο Παχύς και ο Αδύνατος



Στον σιδηροδρομικό σταθμό του τσάρου Νικολάου συναντήθηκαν δυο φίλοι. Ένας παχύς κι ένας αδύνατος.
O Παχύς μόλις είχε γευματίσει στο σταθμό, και τα χείλια του, γεμάτα λίπος, γυάλιζαν σαν γινωμένα βύσσινα. Μύριζε κρασίλα κι άρωμα. O Αδύνατος μόλις κατέβηκε από το βαγόνι, φορτωμένος με βαλίτσες, μπόγους και κιβώτια. Αναδινόταν από πάνω του μια μυρουδιά από χοιρομέρι και κατακάθια καφέ. Πίσω από τη ράχη του ξεμύτιζαν μια αδύνατη γυναίκα με μακρουλό πιγούνι, η γυναίκα του, κι ένα ψηλό γυμνασιόπαιδο με μισοκλεισμένα τα μάτια, ο γιος του.
«Πορφύρη!», αναφώνησε ο Παχύς βλέποντας τον Αδύνατο. «Εσύ; Αγαπητέ μου, αγαπητέ μου! Χρόνια και ζαμάνια!»
«Έλα Χριστέ και Παναγιά!», είπε έκπληκτος ο Αδύνατος. «Μίσια! Παιδικέ μου φίλε! Από πού έρχεσαι;»
Oι δυο φίλοι αλληλοασπάστηκαν τρεις φορές έχοντας καρφωμένα ο ένας στον άλλον τα δακρυσμένα μάτια τους. Έμειναν κι οι δυο ευχάριστα κατάπληκτοι.
«Καλέ μου φίλε!», άρχισε να λέει ο Αδύνατος μετά τον ασπασμό. «Πού να το περιμένω! Να, αυτή είναι μια έκπληξη! Κοίταξέ με λοιπόν καλά! Τι όμορφος που ήμουνα! Τι γοητευτικός και δανδής! Αχ, κι εσύ, Θεέ μου! Πώς είσαι λοιπόν; πλούσιος; παντρεμένος; Εγώ, όπως βλέπεις, παντρεύτηκα. Να, αυτή εδώ είναι η γυναίκα μου, η Λουίζα, το γένος Βάντσενμπαχ. Λουθηρανή.
Κι αυτός είναι ο γιος μου, ο Ναθαναήλ, μαθητής στην τρίτη τάξη. Από δώ, Ναθάνια, είναι ο παιδικός μου φίλος. Φοιτούσαμε μαζί στο Γυμνάσιο!»
O Ναθαναήλ σκέφτηκε λιγάκι κι έβγαλε το καπέλο.
«Στο Γυμνάσιο φοιτούσαμε μαζί!», συνέχισε ο Αδύνατος. «Θυμάσαι το παρατσούκλι που μας είχαν βγάλει; Εσένα σε φώναζαν Ηρόστρατο, επειδή έκαψες με το τσιγάρο ένα δημόσιο βιβλίο κι εμένα Εφιάλτη, γιατί μου άρεσε να είμαι μαρτυριάρης. Χο, χο… Τι παιδιά που ήμασταν! Μη φοβάσαι, Ναθάνια! Πήγαινε κοντά του… Κι από δώ η γυναίκα μου, το γένος Βάντσενμπαχ… Λουθηρανή».
O Ναθαναήλ σκέφτηκε λίγο και κρύφτηκε πίσω από τον πατέρα του.
«Λοιπόν, πώς περνάς φίλε;», ρώτησε ο Παχύς κοιτάζοντας με ενθουσιασμό τον φίλο του. «Υπηρετείς ακόμα; Πού;»
«Υπηρετώ, αγαπητέ μου! Έχω τον όγδοο βαθμό, κοντεύει δυο χρόνια τώρα. Πήρα και το παράσημο Στανισλάβα*. O μισθός είναι μικρός… Ε, δόξα να 'χει ο Θεός! Η γυναίκα μου παραδίνει μαθήματα μουσικής, κι εγώ, συμπληρωματικά, φτιάχνω ξύλινες ταμπακιέρες. Πολύ καλές ταμπακιέρες! Τις πουλάω ένα ρούβλι τη μία. Αν κάποιος πάρει πάνω από δέκα, τότε, καταλαβαίνεις, του κάνω και σκόντο*. Κάπως τα καταφέρνουμε. Υπηρετούσα, ξέρεις, σ' ένα τμήμα, αλλά τώρα πήρα μετάθεση για εδώ, ως τμηματάρχης, στον ίδιο Oργανισμό… Λοιπόν, εσύ πώς τα πας; Σίγουρα θα είσαι πια σύμβουλος; Ε;»
«Όχι, αγαπητέ μου, ανέβα πιο ψηλά», είπε ο Παχύς. «Έχω ήδη φτάσει μυστικός σύμβουλος… Έχω δυο παράσημα».
O Αδύνατος ξαφνικά χλώμιασε, έμεινε σύξυλος κι αμέσως ύστερα το πρόσωπό του παραμορφώθηκε σ' ένα πλατύ χαμόγελο. Έδειχνε σαν να έβγαζε σπίθες από τα μάτια και το πρόσωπό του. Το σώμα του μαζεύτηκε, καμπούριασε, στένεψε… Oι βαλίτσες του, οι μπόγοι και τα κιβώτια κουβαριάστηκαν, ζάρωσαν… Το μακρύ πιγούνι της γυναίκας του έγινε ακόμα πιο μακρουλό. O Ναθαναήλ στάθηκε τεντωμένος σε στάση προσοχής και κούμπωσε όλα τα κουμπιά της στολής του…
«Εγώ, εξοχότατε… Χαίρω πολύ! Φίλος, ας πούμε, παιδικός και να που, ξαφνικά, μεταμορφώνεστε σ' έναν τέτοιον άρχοντα! Χι, χι».
«Φτάνει λοιπόν, πάψε!», είπε μορφάζοντας ο Παχύς. «Γιατί αυτό το ύφος; Εγώ κι εσύ είμαστε φίλοι από παιδιά κι αυτή εδώ η δουλοπρέπεια δεν έχει κανένα νόημα!».
«Προς Θεού… Τι, εσείς…», κρυφογέλασε ο Αδύνατος, ζαρώνοντας πιο πολύ ακόμα. «Η ευμένεια της εξοχότητάς σας… είναι σαν ζωογόνα δροσιά… Να, εξοχότατε, αποδώ ο γιος μου ο Ναθαναήλ… η γυναίκα μου η Λουίζα, Λουθηρανή, ας πούμε…»
O Παχύς ήθελε να αντιδράσει κάπως, αλλά στο πρόσωπο του Αδύνατου ήταν ζωγραφισμένος τόσος σεβασμός, τόση γλυκάδα και τόση ευλαβική ξινάδα, που στον Μυστικό Σύμβουλο έφερναν αναγούλα. Έδωσε το χέρι του στον Αδύνατο να τον αποχαιρετήσει κι έστρεψε τα νώτα του.
O Αδύνατος, πιάνοντας το χέρι, έσφιξε τα τρία δάχτυλα, υποκλίθηκε από το κεφάλι ως τα πόδια και γέλασε χαιρέκακα, σαν Κινέζος: «Χι, χι, χι». Η γυναίκα του χαμογέλασε. O Ναθαναήλ έσυρε το πόδι του σε στάση προσοχής και το πηλίκιο από το κεφάλι του έπεσε κάτω. Όταν και οι τρεις ευχάριστα κατάπληκτοι.
Ά. Τσέχωφ, "Η αγάπη και 32 άλλα διηγήματα", Μετάφραση: Β. Ντινόπουλος, Βιβλιοπωλείον της Εστίας

Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2017

Ζωρζ Σαρή, Τα Χέγια (απόσπασμα)



[…] Όταν πρωτοπήγε σχολείο, τα παιδιά γύρω της µιλούσαν για τη µάνα τους. Η µάνα κυρίαρχη στις παιδιάστικες κουβέντες: «η µάνα µού αγόρασε ποδιά…», «η µάνα µ’ έδειρε…», «η µάνα µου είπε…». Σώπαινε. Ένιωθε ένοχη, λες κι έφταιγε εκείνη που µάνα δεν υπήρχε στο σπίτι. Έξω από την καγκελόπορτα του σχολείου οι µανάδες περίµεναν τα παιδιά τους. Όλες τους νέες, όµορφες. Η θεία Καλλιόπη στεκόταν παράµερα. Πάντα µαυροντυµένη, ψηλή κι αδύνατη. Μέσα από τους φακούς της κοιτούσε µε ύφος επιτιµητικό τις αγκαλιές και τα φιλιά. Την τραβούσε από το χέρι. Να γυρίσουν γρήγορα στο σπίτι, λες και φοβόταν µην κολλήσει η ανιψιά της καµιά αρρώστια. Μια µέρα ένα αγοράκι τη ρώτησε: «Γιαγιά σου είναι αυτή που σε περιµένει το µεσηµέρι;» και η Μάτα του απάντησε: «Όχι, µάνα µου». ∆εν ήθελε να ξεχωρίζει από τ’ άλλα παιδιά.
Ήταν όµως φορές που ερχόταν ο πατέρας. Στεκόταν πλάι στο χορό των γυναικών. Παλικάρι. Όµορφος, τόσο όµορφος! Τότε ένιωθε πως είναι η καλύτερη, η πιο δυνατή, η πιο πλούσια. Ο πατέρας της άξιζε όλες τις µανάδες του κόσµου. Του άρπαζε το χέρι και σκόρπιζε µε δυνατή φωνή τα «Άντε γεια» στα µαθητάκια. Περπατούσε καµαρωτή στο πλάι του κι ώσπου να φτάσουν στο σπίτι η γλώσσα της ροδάνι. Όλα του τα ’λεγε. Για τη δασκάλα, που µάλωσε τον Τάσο, για τον τσακωµό της µε τη Μαρία, για τον Οδυσσέα, που γύρισε στην Ιθάκη… «Τον ήξερες, εσύ µπαµπά, τον Οδυσσέα;». Εκείνος γελούσε· την άκουγε και γελούσε.
Γελούσε µε τις κουβέντες της και τα καµώµατά της. Την κάθιζε στα γόνατά του και της έλεγε παραµύθια. Ξεφύλλιζαν βιβλία µε πολύχρωµες ζωγραφιές. Παίζανε κρυφτό, κυνηγητό, τις κουµπάρες. Τη «διάβαζε». Αργότερα εκείνη του διάβαζε τις εκθέσεις της. Ποιήµατα. Έκαναν περιπάτους. Πήγαιναν εκδροµές. Καθισµένοι µπροστά στην τηλεόραση έβλεπαν µαζί παλιές ελληνικές ταινίες, µαυρόασπρες, θολές. Της έλεγε: «Έτσι ήταν τότε η Αθήνα… Είχε τραµ… Νά και µια λατέρνα… Οι ανηφοριές της Πλάκας. Εγώ δεν τα πρόλαβα. Μετά τον πόλεµο όλα άλλαξαν. Χτίστηκαν πολυκατοικίες, µεγαθήρια…». Ίσως να νοσταλγούσε την παλιά Αθήνα που ποτέ του δεν γνώρισε. Οι άλλες του κουβέντες ήταν όλες καθηµερινές· σύντοµες: «τί θα φάµε», «τί να σου ψωνίσω», «θα βρέξει…», «πρέπει να παραγγείλω πετρέλαιο…», «µπας κι είσαι άρρωστη; —ακουµπούσε τα χείλη του πάνω στο µέτωπό της— είσαι ζεστή. Γρήγορα στο κρεβάτι! Θα φωνάξω το γιατρό. Καλλιόπη, φτιάξε µια ζεστή σούπα για το παιδί», «πρέπει να τρως, είσαι πάνω στην ανάπτυξη», «το βράδυ θα πάµε σινεµά», «το Πάσχα θα πάµε στο ∆αδί…». Μιλούσε, αράδιαζε κουβέντες, τις φώναζε, σα να µην ήθελε ν’ ακούσει η Μάτα τη σιωπή του.
Κέλυφος η σιωπή του. Ποιον ήθελε να προστατέψει; Την κόρη του ή τον ίδιο του τον εαυτό; Για ποιο λόγο να σωπαίνει; Και γιατί η Μάτα, που ήταν πάντα περίεργη, που όλα ήθελε να τα µαθαίνει, γιατί να συνεργεί στη σιωπή του; Γιατί σαν παιδί δεν τον ρωτούσε: «Πού ζούσαµε στην Αθήνα; Πώς ήταν το σπίτι µας; Τί έγινε ο καθρέφτης µε τη µεγάλη χρυσή κορνίζα; Γιατί φύγαµε από την Αθήνα; Και η γυναίκα σου; Ζει; Πέθανε; Είχε γονείς η µάνα µου;» Γιατί δε ρωτούσε; Μήπως φοβόταν και σώπαινε κι εκείνη; Τί φοβόταν;
Μια ψευτιά της θείας για τη µάνα της κι ένα ανώνυµο τηλεφώνηµα την έφεραν αντιµέτωπη µε τη σιωπή του πατέρα.
Τώρα µεγάλωσε και δε µπορεί να κάνει πίσω. ∆ε θέλει. Πρέπει να ξεδιαλύνει την αλήθεια.
Πρέπει να µάθει την αλήθεια […]

[πηγή: Ζωρζ Σαρή, Τα Χέγια, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 1990, σ.74-76]

Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

Το τραγούδι είχε την δική του ιστορία...- Dance me to the end of love

Είναι ένα τραγούδι που πολλοί απ’ όσους το άκουσαν το ερωτεύτηκαν ίσως περισσότερο κι απ’ τον άνθρωπο που του το αφιέρωσαν. Η μυσταγωγία της μελωδίας, η αισθαντικότητα των φωνών, η αναγλυφότητα των συναισθημάτων, ο κραδασμός των αισθήσεων, σε ταξιδεύουν τόσο μακριά απ’ τη λογική, τόσο βαθιά στο κέντρο του σύμπαντος της ανθρώπινης «ολότητας», αυτής της αίσθησης του αέναου, του ανέπαφου, του αμόλυντου, του αθάνατου, που σου υπόσχεται ο έρωτας, τόσο που σε κάνει να νιώθεις πως κανείς ποτέ δεν ανακάλυψε ούτε θα ανακαλύψει, δεν γεύτηκε ούτε θα γευτεί, δεν ρίγησε ούτε θα ριγήσει, δεν διαλύθηκε ούτε θα διαλυθεί για τον έρωτα όπως εσύ. Πως κανείς δεν ένιωσε αυτό το απόκοσμο χάδι, που άλλοτε μοιάζει ουρανός άλλοτε ανάσα της αβύσσου, άλλοτε φωτιά των αισθήσεων άλλοτε σκίρτημα θανάτου, τόσο έντονα όσο εσύ, τόσο έντονα όπως αυτό το τραγούδι σε κάνει να νιώθεις στο πετσί σου καθώς ξορκίζει το θάνατο, αφού κάθε έρωτας, κάθε οργασμός των αισθήσεων, είναι ένας μικρός θάνατος – και γι’ αυτό άλλωστε ο έρωτας αυτή η «ανδρόγυνος» οντότητα είναι η μόνη εν ζωή αθανασία, ο μόνος μάγος που μπορεί πάντα με το ίδιο, με αυτό το ένα και μοναδικό του ξόρκι, να νικάει το φθαρτό.

Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2017

Βρες χρόνο - Γιάννης Ρίτσος


Βρες χρόνο για δουλειά –
αυτό είναι το τίμημα της επιτυχίας.
Βρες χρόνο για σκέψη –
αυτό είναι η πηγή της δύναμης.
~~~~~
Βρες χρόνο για παιχνίδι – 
αυτό είναι το μυστικό της αιώνιας νιότης.
Βρες χρόνο για διάβασμα –
αυτό είναι το θεμέλιο της γνώσης.
~~~~~

Ζαν-Πωλ Σαρτρ : διαρκώς με μια σκέψη στα μάτια

Τα πράγματα μας κατέχουν*
Κοντός, με μεγάλα γυαλιά, διαρκώς με μια σκέψη στα μάτια. Μας υποδέχτηκε με ευγένεια στο απέριττο εργένικο διαμέρισμά του πο βρίσκεται στον 10 ο όροφο μιας παρισινής πολυκατοικίας.
Καπνίζοντας διαρκώς, κοίταζε απ’ το μεγάλο παράθυρο το Μονπαρνάς, που τόσο αγάπησε. Στην αρχή φαινόταν διστακτικός να μιλήσει μπρός στο μαγνητόφωνο.
Σε λίγο όμως απορροφήθηκε τόσο απ’ τη συζήτηση, που το ξέχασε βυθισμένος στα διανοήματά του.

Mario Pinto de Andrade : Ο πολύτιμος χρόνος των Ώριμων

«Μέτρησα τα χρόνια μου και συνειδητοποίησα, ότι μου υπολείπεται λιγότερος χρόνος ζωής απ’ ό,τι έχω ζήσει μέχρι τώρα… Έχω περισσότερο παρελθόν από ό,τι μέλλον.
Αισθάνομαι όπως αυτό το παιδάκι που του έδωσαν ένα γεμάτο μπολ με κεράσια: τα πρώτα τα καταβρόχθισε με λαιμαργία, αλλά όταν παρατήρησε ότι του απέμεναν λίγα, άρχισε να τα γεύεται με βαθιά απόλαυση.
Δεν έχω πια χρόνο να ασχοληθώ με τις μετριότητες.

Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2017

Μπέρτολτ Μπρεχτ: Ορκισμένος εχθρός του καπιταλισμού



 Μπέρτολντ Μπρεχτ- "Γερμανικό Εγχειρίδιο Πολέμου" 
(Ποιήματα του Σβέντμποργκ, 1939)

Αυτοί που βρίσκονται ψηλά
Θεωρούνε ταπεινό
Να μιλάς για το φαΐ
Ο λόγος; Έχουνε κι όλας φάει

Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2017

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Στη Σκιάθο, στις 4 Μαρτίου του 1851 γεννήθηκε, ο «άγιος των ελληνικών γραμμάτων», ο κοσμοκαλόγερος, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1851-1911).

Δε μπορεί να σε ταΐσει ο εγωισμός, φίλε...

Δυο είναι οι μεγάλες απάτες της γενιάς μας.
Η μια είναι η «αγάπη» όπως την λέμε και την εννοούμε σε ερωτικό επίπεδο (που δεν είναι παρά μόνο πόθος, απωθημένα και εγωιστικές ναρκισιστικές κατακτήσεις) όλοι όσοι ζήσαμε με συνεχείς εναλλαγές συντρόφων και θεωρήσαμε αυτό σαν φυσιολογικό τρόπο ζωής. Η άλλη

Μεγάλο κακό το να κρίνουμε μόνο από αυτά που βλέπουμε (Αληθινό Περιστατικό)


αρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος
Ο ιερέας μόλις είχε τελειώσει το συμβούλιο με την εκκλησιαστική επιτροπή. Είχε βραδιάσει πια. Η βροχή έκανε τους δρόμους να γυαλίζουν στο φως του φεγγαριού.
Μπήκε στο αμάξι του και πήρε τον δρόμο για το σπιτικό του. Ήταν πολύ κουρασμένος. Σωματικά αλλά και ψυχικά.
Όλη την ημέρα άκουγε τα προβλήματα του κόσμου προσπαθώντας να καθοδηγήσει, προσπαθώντας να μην αποκάμει ο ίδιος με αυτά που άκουγε δίνοντας συγχρόνως συγχώρεση και ελπίδα.
Καθώς είχε διασχίσει σχεδόν όλη την διαδρομή για το σπίτι του ξαφνικά πάτησε φρένο μπροστά σε ένα μαγαζί που πουλούσε σάντουιτς.
Κατέβηκε και με δυο τρία γρήγορα βήματα μπήκε μέσα στο κατάστημα. Η βροχή είχε δυναμώσει. Τα γυαλιά μυωπίας του θόλωσαν. Τα έβγαλε και τα σκούπισε με το εσώρασό του.
Στο κατάστημα δεν υπήρχε άλλος πελάτης. Δύο κοπέλες πίσω από τον κισέ και ένας νεαρός ο οποίος μάλλον πήγαινε τις παραγγελίες στα σπίτια.
«Θα ήθελα παρακαλώ, δύο σάντουιτς με γύρο και δύο με σουβλάκι...» είπε ο ιερέας.