Μενού

Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2017

Νικόλαος Λουδοβίκος: «Ο Έλληνας έχει εγκαταλείψει, λόγω συλλογικής κατάθλιψης, την προσπάθεια να μπει στην ιστορία ξανά»

Ο π. Νικόλαος Λουδοβίκος, ένας από τους σπουδαιότερους θεολόγους της εποχής μας που βρίσκεται σε έναν γόνιμο οικουμενικό διάλογο, αν και υποστηρίζει ότι η νεοελληνική αυτοσυνειδησία είναι ενοχική επισημαίνει πως μια ομάδα διανοουμένων προσπαθεί να μας πείσει ότι είμαστε κουτσουρεμένοι και ανάπηροι και φωνάζει: «Ε, λοιπόν δεν είμαστε». Τονίζει ότι η ταυτότητα έρχεται από το μέλλον και μας εξηγεί πως μπορούμε να σταθούμε και πάλι στα πόδια μας.






Καταρχήν εγώ έχω μια τελείως διαφορετική προσέγγιση όσον αφορά στο πρόβλημα της ταυτότητας. Δεν υπάρχει ταυτότητα που να μην είναι σε κρίση, και μάλιστα η εθνική ταυτότητα. Ξέρετε, αυτό συνάπτεται και με την έννοια του έθνους και είναι σημαντικό να εξετάσουμε το πως εξελίχθηκε αυτή η έννοια της εθνικής ταυτότητας. Υπήρξε μια ομάδα στοχαστών στα θέματα αυτά οι οποίοι εν πολλοίς αντιπαρατέθηκαν μεταξύ τους. Αυτοί οι άνθρωποι ωστόσο δημιούργησαν μια εικόνα για την έννοια του έθνους, την οποία έχουμε σήμερα. Ας μην μπούμε σε αυτή τη συζήτηση γιατί είναι τεράστια, μπορούμε εάν θέλετε…
Ας το εξερευνήσουμε λίγο…

Συγγνώμη...





Όπου υπάρχουν πόνοι, δυστυχία, ελλείψεις, σύγχυση ή ατυχίες οποιουδήποτε είδους, υπάρχει ανάγκη για συγνώμη.

Σάββατο 7 Ιανουαρίου 2017

Η κόκκινη αλεπού - Κωστής Παπαγιώργης


ΟΤΑΝ ΠΑΣΧΙΖΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΝΑ ΕΚΦΡΑΣΤΕΙ, το μέγιστο εμπόδιο είναι η παιδεία του. Όσα του μάθανε. Όχι τόσο επειδή η προσωπική έφεση μπορεί να αντιβαίνει στα καθεστώτα διδάγματα, αλλά κυρίως επειδή η συστηματική μόρφωση καταδικάζει τις περισσότερες φορές σε ατροφία και σκολίωση αυτήν ακριβώς την ενδιάθετη τάση.

Η παιδεία που επιδαψιλεύεται αφειδώλευτα δημιουργεί κάτι τερατώδες: άτομα με συγκρότηση, αλλά χωρίς κλίση, μήτρες που πάσχουν απλώς από ανεμογκάστρι. Αλλά χωρίς την κλίση και την αληθινή «σύλληψη», τη φλέβα με άλλα λόγια, καμιά δουλειά δεν γίνεται στην εντέλεια. Χρειάζεται κανείς τύχη, τύχη και ατυχία μαζί, για να μπορεί να ζει το θέμα του και όχι να το αναπτύσσει καθ’ υπαγόρευση, να γράφει από δική του ορμέφυτη ανάγκη και όχι από φιλολογικό κούρδισμα – επειδή, τζάνεμ, το πολύ διάβασμα φέρνει και το πολύ γράψιμο-. πράγματα όλα αυτά που ευτυχώς δε διδάσκονται και ούτε ήταν ποτέ δυνατό να διδαχθούν και να μεταδοθούν.

Η καθεστηκυία εκπαίδευση, που σε αρπάζει από το βυζί της μάνας σου και εξ απαλών ονύχων σε υποτάσσει στη μούλα της δεοντολογίας της, κατορθώνει τελικά το αντίθετο του επιδιωκομένου. Αντί να αβγατίσει αυτό που είσαι, να επεκτείνει το σπιτικό σου, σε ξεσπιτώνει και σε βγάζει στους δρόμους ζήτουλα στις ξένες πόρτες. Όσο κι αν προσπαθεί, ο σπουδασμένος δεν μπορεί να σβήσει την εντύπωση ότι τα ’χει λίγο χαμένα, ότι δουλεύει σε ξένο νοικοκυριό, ότι είναι τέλος πάντων λιγάκι «πουλημένος». Υπάρχει ένα πανεπιστημιακό Εγώ, αληθινό λίνο ψυχασθενειών, που εξαγοράζεται με πολύχρονα βάσανα (γιατί τα βιβλία αντιστέκονται – δε χαρίζονται σε κανέναν) και γκρεμίζεται πάλι με κοπιαστικές προσπάθειες.

Όσο για την καταστροφή, τη μεταστροφή για να ακριβολογούμε, δεν αφορά τόσο τις γνώσεις μας, που βρέξει χιονίσει διατηρούν το κύρος τους, αλλά τον καταπονημένο δέκτη ο οποίος, παιδί της γονυκλισίας μέσα στη κεχηνώσα παθητικότητά του, κάνει χρόνια για να βγει (αν ποτέ αξιωθεί) την όρθια στάση, τη δική του ξεχασμένη και αδικημένη φωνή και συνακόλουθα την τόλμη να περιγελάσει το κονκλάβιο, να φτύσει επιτέλους και μια φορά στο πλούσιο πιάτο που του προσφέρουν, να αποφανθεί δηλαδή όχι για το ένδοξο και τρισένδοξο αέρα που καβούρδισε επί δεκαετίες μέσα στις βιβλιοθήκες, όχι για τις δάνειες έγνοιες που του μεταμόσχευσαν με το στανιό για να τον μασκαρέψουν σε θλιβερό Doctus cum libro, αλλά απλούστατα – και το απλό είναι περίπλοκο- για το φτωχό του σαρκίο, το μόν αληθινά δικό του πράγμα.

Ανέκαθεν ο διχασμός και το διαγούμισμα του σπουδασμένου αποτελούσε θέμα κατάλληλο για κωμική εκμετάλλευση. Δε γελιέται ο άνθρωπος το δρόμου που τον κοιτάζει με λοίδωρη συγκατάβαση και τον θεωρεί ικανό για τη μάθηση αλλά γκαβό στη ζωή. Λες και η ζωή –η μόνη που διδάσκει- είναι το τελευταίο που λογαριάζεται.

Πώς αλλιώς να εξηγήσουμε ότι διαβάζει κανείς ένα περισπούδαστο σύγγραμμα για τη «μεταφορά» (που δεν είναι βέβαια ρητορικό σχήμα, αλλά ατόφια ζωή, εφόσον δεν είναι στο χέρι του καθενός να πει, πρώτος αυτός και από δικά του, για έναν θαρραλέο άνδρα ότι «έχει άντερα» και για μια θελκτική γυναίκα ότι είναι «ζαργάνα») και κατόπιν, όταν γνωρίζει το συγγραφέα του, βλέπει έναν βλαροτζίτζικα που όχι μόνο έγραψε τα σπουδασμένα, αλλά αδυνατεί –ω του θαύματος- να ψελλίσει ένα κάποιο μεταφορικό σχήμα.

Το χωριό δε θέλει κολαούζο: είναι ψεύτης, μαϊμού, ζει με ξένα λεφτά, δε βγάζει το ψωμί του, τα όσα αραδιάζει δεν είναι προσωπικό του πρόβλημα αλλά δοτή μονέδα. Και ο Καντ είχε την ευγένεια να πει ότι στο άκουσμα του αηδονιού σωπαίνουμε με αγαλλίαση, μόλις όμως αντιληφθούμε ότι δεν είναι αληθινό, παύει να μας αρέσει. Και όντως παύει, γιατί έχουμε μιαν ορμέφυτη ροπή προς το πηγαίο και το αυτοφυές. Αν μάλιστα θέλουμε να κάνουμε ένα βήμα στον γκρεμό, θα λέγαμε ότι προτιμάμε ακόμα και το βουβό αηδόνι που είναι όμως αηδόνι, καταηδόνι, από την οσοδήποτε πετυχημένη απομίμησή του. Τη μαϊμού κανείς δεν την θέλει. Κι όμως οι μαϊμούδες πληθαίνουν σαν τα κουνέλια.

Γνωστός Βορειοαμερικανός γελωτοποιός, ο Τζέρι Λιούις, σε μια στιγμή της σταδιοδρομίας του διέπραξε το εξής απαράδεκτο σφάλμα: ενώ ενσάρκωνε πάντα τον απροσάρμοστο νεανία που πέφτει σε μύριες γκάφες επειδή δεν καταφέρνει να ακολουθήσει τους κανόνες της ορθόδοξης συμπεριφοράς –εξού και η κωμικότητα- αίφνης, Κύριος οίδε γιατί, του μπήκε η ιδέα να παραστήσει έναν κανονικότατο άνθρωπο που είχε όμως την ικανότητα να καμώνεται τον μπούφο. Το αποτέλεσμα ήταν απερίγραπτα λυπηρό. Ό,τι πρωτύτερα ήταν πηγαία αντίδραση, αηδόνι δηλαδή, σάρκα και αίμα, στη συνέχεια κατάντησε υποκριτικό χαριτολόγημα. Ο κωμικός είχε χαθεί. Είχαμε πλέον έναν άνθρωπο που έκανε το γελοίο, δεν ήταν. Καμώματα δηλαδή, τεχνάσματα και ψεύδη κατά παραγγελία και κατά συνθήκη.

Μπορεί, μολαταύτα, τα ψεύδη να διατηρούν την αξία τους, αλλά ο κόσμος στρέφεται ενστικτωδώς προς το πηγαίο. Τον αρκουδιάρη τον θέλεις αρκουδιάρη, δεν μπορείς να σκέφτεσαι ότι είναι υπάλληλος τραπέζης που τις ελεύθερες ώρες του βγάζει σεργιάνι την αρκούδα. Άμα είσαι, ό,τι κι αν είσαι, θα γίνεις εν τέλει αποδεκτός. Τον κακομούτσουνο για παράδειγμα, που όπου βρεθεί έχουν την άνεση να τον δείχνουν και να λένε μεταξύ τους χαμηλόφωνα: για δες το τέρας! όλοι τον δέχονται, έστω και αποστρέφοντας το πρόσωπο. Όλοι παραδέχονται το νάνο με το αφύσικο κεφάλι, την παχύσαρκη Σαρακίνα που σαν μετακινούμενο κήτος μεταφέρει την αλήθειά της. Αλλά από τον άνθρωπο που όλο βάφεται για να μη σκουριάσει και κουκουλώνεται με κάθε λογής περούκες τι να παραδεχθείς;
Ένας κύριος που από καθέδρας και ανιδρωτί διδάσκει όλα αυτά που δεν μπορεί να ζήσει, ο καθηγητής που αναλύει την κατηγορική προσταγή, τον ηθικό νόμο, την αθανασία της ψυχής και δυο στενά παρακάτω παζαρεύει κατεργάρικα τα ραδίκια στο μανάβη, δεν είναι να πεις δόλιος ή απατεώνας. Του συμβαίνει κάτι πολύ χειρότερο. Δεν κατοικεί μέσα στα λόγια του. Επ’ ουδενί, δεν μπορεί να δώσει τον εαυτό του για παράδειγμα. Στην πραγματικότητα, άλλα λέει και άλλα κάνει, με άλλο κεφάλι διδάσκει και με άλλο κεφάλι ζει και, κατά βάθος, ούτε και ο ίδιος συνειδητοποιεί πώς κατάφερε να ενσαρκώνει αυτή την αλλόκοτη διπροσωπία, αυτή τη δικέφαλη ύπαρξη.

Οι πανεπιστημιακές επιτροπές που διανέμουν τα διπλώματα κατέχουν σε βάθος αυτό το πολύτιμο μυστικό. Όταν έχουν να προκρίνουν κανένα χειρουργό, κανέναν οφθαλμίατρο, κανέναν οικονομολόγο, του βγάζουν το λάδι στις εξετάσεις γιατί, δε θέλει και πολλή σοφία, ένας αδέξιος χειρουργός αποτελεί δημόσιο κίνδυνο, όπως άλλωστε κι ένας αδαής τραπεζίτης. Εξαιτίας ενός αλμπάνη οφθαλμίατρου ενδέχεται να χάσεις το φως σου, αλλά εξαιτίας ενός κακού θεωρητικού της αισθητικής –αν μπορεί να υπάρχει καλός σ’ αυτή την ανύπαρκτη δουλειά- ποιο φως θα στερηθείς; Ποιος κινδυνεύει από έναν καθηγητή της φιλοσοφίας που κάνει λάθη; Έτσι θα μπορούσε ν’ αρχίζει ή να τελειώνει ένα σταυρόλεξο για ανόητους.

Η αλήθεια των λόγων μας ανήκει μόνο αν την εξαγοράζουμε με το τομάρι μας. Σκαμπίλι άγνευτο δεν παίζεται. Αυτή είναι η μόνη στέρεη παιδεία. Κάποιος που υπηρετεί τις ιδέες του, που τολμάει να πάει στη σκηνή, να ανέβει στο βουνό – ε, αυτός είναι σαν τα λόγια του, τόσο σωστός και τόσο πλανημένος, πληρώνει τη νύφη με λεφτά παντελονάτα, άρα είναι φίλος και αποδεκτός. Αλλά πώς να γίνει φίλος ένας που φιλολογεί πάνω στην υποτιθέμενη αλήθεια του, που είναι ειλικρινής μόνο όταν πηγαίνει στους γιατρούς να εξεταστεί;

Δε δέχονται να δοκιμαστούν ως ασκούμενοι: αυτό είναι το απογοητευτικό με τους θεωρητικούς. Ένας δικηγόρος σπουδάζει μερικά χρόνια και στη συνέχεια, σαν να τελειώσουνε τα ψέματα, αρχίζουν τα αληθινά ψέματα της δουλειάς. Από τα κιτάπια και τη θεωρία κατέρχεται πια στο γκεζί. Αναγκαστικά περνάει από τη θεωρία στην πράξη, από τις διακηρύξεις στην πραγματικότητα. Αλλά ένας άκαπνος θεωρητικός πώς να περάσει στην πράξη; Κατεβάζοντας ως τ’ αυτιά τη τραγιάσκα του βιβλιογνώστη, μιλάει ασταμάτητα για παλάτια που δεν είδε.
Ο πλατωνιστής φερ’ ειπείν κόπτεται για το Σωκράτη, άνθρωπο της αγοράς, χωμάτινο και λάτρη του χειροπιαστού, που δε μίλαγε ποτέ στον αέρα, που δοκίμαζε τα πάντα στην ίδια του τη ζωή, και θα πρέπει να διαβούν χρόνια για να αντιληφθεί, μετά από άγονες δοκησισοφίες και ανάλατα φληναφήματα, ότι ουσιαστικά μιλάει για κάτι που τον αρνείται ριζικά. Ενώ αυτός κρύβεται πίσω από τα λόγια του, ο γιος του Σωφρονίσκου ό,τι ξεστόμιζε το έλεγε επειδή –όπως λέμε- το «έλεγε η καρδιά του». Και δεν είναι σύμπτωση ότι στα νέα ελληνικά αυτή η φράση δηλώνει θάρρος. Αν κάτι το λέει η καρδιά σου, θα σε βάλει σε κίνδυνο. Διαφορετικά η μόνη λύση είναι να μιμείσαι τον σελιδοδείκτη.

Εδώ άλλωστε φωλιάζει το πρόβλημα με την ερίτιμο αδελφότητα των εγγραμμάτων: δε γυρεύουν να εγκολπωθούν την όποια διδασκαλία τους, να την εκθέσουν στα κύματα της ζωής, τους αρκεί να γίνουν τζουτζέδες της. Πώς να μην καταντήσει ο κόσμος των γραμμάτων μασκαράτα και κάλπικο ανθρωπομάζωμα; Όταν ακονιτί διδάσκουν ό,τι άλλοι άνθρωποι κατάκτησαν με βάσανα, πώς να εκτιμήσουν τα βάσανα; Αυτοί μελετητές είναι, ορντινάτσες, μεταφραστές, διερμηνείς, πιστοί στο γράμμα. Φυλάνε τα ρούχα του νεκρού. Τίποτε άλλο.
Για όλη αυτή την επονείδιστη κουστωδία μία είναι η συμβουλή: πες αυτό που σε παιδεύει, μην ντρέπεσαι, φανού αυτός που είσαι, κάψε το ψευδοεγώ του πανεπιστημίου, πέτα τις βάτες από τους ισχνούς ώμους σου – πάψε να βρυχάσαι και να κάνεις το θηρίο.

Είναι τόσο μεγάλο το κακό που παθαίνουμε με τη μόρφωση, την παθητική πολυμάθεια και τους τίτλους, ώστε όταν η ζωή ζορίζει –τα κάνει αυτά- και τελειώνουν κάποια αστεία, όταν δηλαδή έχεις ανάγκη το μύχιο σου για να σταθείς στα πόδια σου, αυτό αποδεικνύεται τόσο θαμμένο, τόσο φωτόφοβο, ώστε πρέπει να ουρλιάξεις για να σε αφουγκραστεί. Με τους ξυλοδαρμούς δεν συμβαίνει τίποτα διαφορετικό. Μόλις δυο άνθρωποι αρχίσουν τα σπρωξίματα και τις ψιλές, αυτοστιγμεί κάνουν φτερά όλα τα επίθετα: γυαλιά, ψεύτικα δόντια, περούκες, γραβάτες, γιακάδες, ταυτότητες και αλυσίδες με σταυρούς, για να απομείνει μόνο ό,τι πραγματικά τους ανήκει: το αίμα τους και η αλαφιασμένη τους ανάσα.
Ενήμερος όλων αυτών ο Ρουσσώ, στα περί αγωγής των νέων, είναι κατηγορηματικός: όχι λόγια στους νέους, πράγματα μόνο, όχι θεωρίες και κούφιες ιδέες, αλλά ζωή. Όταν λοιπόν ένας υπερφίαλος μπούλης, χθεσινό αυγό με άλλα λόγια, ζεστός ακόμα από την κοιλιά της μάνας του, έρχεται να εκφράσει την αγάπη του για το μέγα «δύνασθαι» της σκέψης, χρειάζεται ιδιαίτερη τέχνη για να του απαντήσεις. Αντί να τον αφήσεις να βελάζει (για το μεταμοντέρνο, για το Θεό, για το Είναι και τα όντα, για την αλλοτρίωση και τα παρόμοια), δώσ’ του καλύτερα καθαρτικό, βάλε τον να σου πει τι πραγματικά τον απασχολεί και ανάγκασέ τον να αρχίσει (φτου κι από την αρχή)
Λένε ότι ο Βάρναλης εφάρμοζε κατά γράμμα αυτή τη ψυχοσωτήρια μέθοδο. Όταν κάποτε ένας νεαρός μιαν ερωτικής υφής ποιητική συλλογή, αφού πρώτα τη διεξήλθε, αρκέστηκε να του πει: «Παιδί μου, βρες μια γυναίκα να γαμήσεις». Se non e vero, e ben trovato, για κάθε νήπιο και για κάθε ξεμυαλισμένο ινφάντη.

Από την “Κόκκινη Αλεπού” (Μισανθρωπίας Προλεγόμενα), απόσπασμα από το κείμενο “Μαϊμούδες”.

30 μαθήματα ζωής από τον Επίκουρο

Επίκουρος (Σάμος, 341 π.Χ. – Αθήνα, 270 π.Χ.) : για κάποιους θεωρείται ως ο σημαντικότερος αρχαίος έλληνας φιλόσοφος. Ήταν ιδρυτής του Επικουρισμού, μιας από τις πιο γνωστές σχολές της ελληνιστικής φιλοσοφίας. Μερικές από τις ρήσεις του είναι οι εξής:

Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2017

Το τραγούδι είχε την δική του ιστορία - Μισιρλού



Μισιρλού, που σημαίνει Αιγύπτια (από την τουρκική λέξη "Mısırlı"; που παράγεται από το αραβικό مصر, Miṣr, "Αίγυπτος" και σημαίνει "Αιγύπτιος/Αιγύπτια") είναι ο τίτλος ενός ελληνικού ρεμπέτικου τραγουδιού, που είναι σήμερα πολύ δημοφιλές σε τέσσερα εντελώς διαφορετικά είδη μουσικής: στο ρεμπέτικο, στη λαϊκή μουσική της Μέσης Ανατολής, στην εβραϊκή μουσική που παίζεται σε γάμους και γιορτές (Κλεζμέρ), και στο surf rock.

Τέτος (Θεόδοτος) Δημητριάδης, γεννηθείς στην Κωνσταντινούπολη το 1897 και μετανάστης το 1921 στην Αμερική. Η ρεμπέτικη πρώτη εκτέλεση της Αιγύπτιας, όπως είναι η ακριβής μετάφραση από την αραβική γλώσσα, έγινε στην Νέα Υόρκη τον Ιούλιο του 1927 στην εταιρεία Columbia.
Ο Μιχάλης Πατρινός αρχηγός κομπανίας της εποχής, στην Αθήνα, καρπώνεται τη σύνθεση όπως συνηθιζόταν στις ρεμπέτικες ορχήστρες. Το 1930 η ηχογράφηση στον αργό ρεμπέτικο ρυθμό είναι η πιο γνωστή εκτέλεση. Μια δεύτερη ηχογράφηση έγινε απ' τον ίδιο στη Νέα Υόρκη, το 1931.Λέγεται μάλιστα ότι οι στίχοι του τραγουδιού είναι του Πατρινού.



Το 1941 ο Νικ Ρουμπάνης, ένας ελληνοαμερικάνος δάσκαλος της μουσικής, κυκλοφόρησε μια ορχηστρική τζαζ εκτέλεση του τραγουδιού, αναφέροντας τον εαυτό του σαν συνθέτη. Μια και ο ισχυρισμός του αυτός ποτέ δεν αμφισβητήθηκε, θεωρείται ακόμα και σήμερα σαν ο συνθέτης του κομματιού. Οι S. Russell, N. Wise και M. Leeds αργότερα έγραψαν αγγλικούς στίχους για το τραγούδι. Ο Ρουμπάνης άλλαξε επίσης τον τόνο και τη μελωδία, δίνοντας στο τραγούδι τον ανατολίτικο ήχο με τον οποίο είναι γνωστό σήμερα.
Αυτήν την βερσιόν τραγούδησαν εξαιρετικά η Σοφία Βέμπο το 1947 και η Δανάη Στρατηγοπούλου το 1948.




To 1947 o Jan August σε μια πιανιστική εκτέλεση το κάνει επιτυχία και βέβαια μην ξεχνάμε και την ωραιότατη «εξωτική» εκτέλεση από τον Xavier Cugat. Στις αρχές του ’50 ηχογραφείται και μια εβραϊκή εκτέλεση του κομματιού από τον ραββίνο Nuftai Zvi Margolies Abulafia, που φαίνεται κι αυτός αγαπούσε την Μισιρλού και θέλησε να την βαφτίσει εβραιοπούλα. Κι έτσι από τότε η Μισιρλού κυκλοφορεί και σαν εβραϊκό παραδοσιακό τραγούδι και ακούγεται σε κάθε εβραϊκό γάμο. Παρόμοιοι διεκδικητές του έρωτα της αιγύπτιας καλλονής εμφανίστηκαν και στην Τουρκία, στο Λίβανο και στην Σερβία.



Ο Richard Anthony Monsour, γνωστότερος και ως Dick Dale, γεννήθηκε στη Βοστόνη το 1937 από Λιβανέζο πατέρα και Πολωνή-Λευκορωσία μητέρα. Η ιστορία πηγαίνει, σύμφωνα με τον δημιουργό, κάπως έτσι: Σε μια συναυλία του το 1961, προκλήθηκε από έναν δεκάχρονο ακροατή του να παίξει αν μπορούσε ένα τραγούδι με μια μόνο χορδή της κιθάρας του. Δεχόμενος την πρόκληση, το ραντεβού κανονίστηκε για τη συναυλία  το επόμενο βράδυ. Μετά το σόου σκεπτόμενος ποιο μπορεί να είναι αυτό το τραγούδι που θα τον βοηθήσει να κερδίσει το στοίχημα, θυμήθηκε τον θείο του που έπαιζε στο ούτι με μια συγχορδία ένα παλιό παραδοσιακό τραγούδι, που δεν ήταν άλλο από τη misirlou. Έτσι ο αριστερόχειρας κιθαρίστας έκανε το ίδιο με την κιθάρα του και τηρώντας την υπόσχεσή του, ένα από τα πιο κλασσικά surf rock τραγούδια γεννήθηκε. Εμφανίστηκε σε δίσκο το 1962 στο Surfers’ Choice.
Η συγκεκριμένη εκτέλεση είναι και η πιο γνωστή πλέον.

Η λίστα φυσικά είναι μεγάλη, οι επανεκτελέσεις του συγκεκριμένου τραγουδιού που συνεχίζονται μέχρι και σήμερα με τελευταία της Caroline Campbell και του William Joseph παρέα με την τσελίστα Tina Guo το 2016.




Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2017

Ποιος είναι ο ''Έλληνας'' Άγιος Βασίλης που αντί για δώρα φέρνει την καλοχρονιά;


Ο Άγιος Βασίλης είναι σίγουρα ο αγαπημένος Άγιος των παιδιών. Η εικόνα μάλιστα του κοκκινοφορεμένου παππούλη με την μακρυά άσπρη γενειάδα είναι από τις πρώτες γλυκές αναμνήσεις των παιδικών μας χρόνων. Άραγε ο ελληνικός Άγιος Βασίλης φοράει κι αυτός κόκκινα, και μοιράζει δώρα; Ή μήπως κρατάει ραβδί και μοιράζει ευχές για καλή τύχη; 


Στην πραγματικότητα ο ορθόδοξος Άγιος Βασίλης ούτε με δώρα έχει σχέση, ούτε με χιόνια και φυσικά ούτε και με έλκηθρα.

Ο κόμπος της αγάπης


                                Ο κόμπος της αγάπης
Στη συνάντηση γονέων κάποιου σχολείου η Διευθύντρια υπογράμμισε την υποστήριξη που πρέπει  να προσφέρουν οι γονείς  στα παιδιά τους.  Παρόλο που οι περισσότεροι γονείς εργάζονταν, τους ζήτησε να αφιερώσουν περισσότερο χρόνο ασχολούμενοι με τα παιδιά τους.
Ωστόσο ξαφνιάστηκε, όταν ένας πατέρας σηκώθηκε αθόρυβα και με ένα ταπεινό τρόπο της είπε ότι δε βρίσκει καθόλου  χρόνο  μέσα στην εβδομάδα να ασχοληθεί με τον γιο του.

Hoc Opus - Μόνο Αλήθειες κι αν δεν μας αρέσουν... ΝΑ ΤΙΣ ΑΛΛΑΞΟΥΜΕ


Θρηνητική ειλικρίνεια


Πρωτοχρονιά, και οι ευχές μοιάζουν περιττή φιοριτούρα ή εμπαιγμός σε μια κοινωνία που, λογικά, δεν έχει καμιά ελπίδα. Tο μέλλον έχει προδιαγραφεί παγιδευμένο στην απόγνωση. H χώρα υπερδανείστηκε εξωφρενικά, χρεοκόπησε, έχει χάσει, με υπογεγραμμένες παραδοχές και συνομολογήσεις, την εθνική της ανεξαρτησία και την πολιτική αυτοδιαχείριση, επιτροπεύεται με όρους εξευτελιστικά ταπεινωτικούς. Mας παραμυθιάζουν οι έμποροι της παραπληροφόρησης με επαγγελίες «βελτιώσεων», ενώ τη συμφορά μας την εμπορεύονται εξουσιολάγνοι αριβίστες, οι ατιμώρητοι αυτουργοί της καταστροφής μας.
Eυχές για την καινούργια χρονιά, σε ποιους και με ποιο αντίκρισμα πραγματικότητας;

Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2017

Ήταν Άνθρωπος

Με την πρώτη ματιά έβλεπε κανείς απλώς μια γριούλα. Έσερνε τα βήματά της στο χιόνι, μόνη, παρατημένη, με σκυμμένο κεφάλι. Όσοι περνούσαν από το πεζοδρόμιο της πόλης αποτραβούσαν το βλέμμα τους, για να μη θυμηθούν ότι τα βάσανα και οι πόνοι δεν σταματούν όταν γιορτάζουμε Χριστούγεννα.

ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ Ή ΘΕΟΦΑΝΙΑ

Μεγάλη εορτή του Χριστιανισμού, σε ανάμνηση της Βάπτισης του Ιησού Χριστού στον Ιορδάνη ποταμό από τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο (ή Βαπτιστή). Γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 6 Ιανουαρίου και είναι η τρίτη και τελευταία εορτή του Δωδεκαημέρου, που ξεκινά με τα Χριστούγεννα. Λέγεται, επίσης, Επιφάνια και Φώτα.